Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

"Γκρεμίζοντας"... το γεφύρι νο2



Μετά από δύο χρόνια αποφασίσαμε να «ξαναγκρεμίσουμε» το γεφύρι της Άρτας. Αν θέλετε να διαβάσετε και άλλες ιστορίες «κατεδάφισης» του γιοφυριού, πατήστε εδώ.


   ….Μόλις τ' άκουσε αυτά ο πρωτομάστορας πήγε αμέσως στη γυναίκα του και της εξήγησε όλα όσα συνέβησαν. Αυτή ταραγμένη και χωρίς να έχει ιδέα τι να κάνει, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. Ο πρωτομάστορας προσπάθησε να την ησυχάσει, αλλά μάταια. Ύστερα από τις αλλεπάλληλες προσπάθειες που κατέβαλε η λυγερή ηρέμησε και προσπάθησαν και οι δύο να βρουν μια λύση και να καταλήξουν κάπου, αν και ο πρωτομάστορας έχοντας ακούσει τα λόγια του πουλιού είχε ως δεδομένο, ότι θα γίνουν πράξη. Μετά από πολύ ώρα κουβέντας η λυγερή αποφάσισε, ότι δε θα πάει να θυσιαστεί λόγω των αμέτρητων συναισθημάτων που έτρεφε για τον σύζυγο της θέλοντας να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της μαζί του, παραλείποντας το καθήκον της για το κοινό καλό. Κατέφθασε το βράδυ και ως συνήθως κάθε βράδυ το γεφύρι γκρεμιζόταν. Όμως, για κακή του τύχη εκείνη τη στιγμή περνούσε από εκεί ο αδελφός της λυγερής, με αποτέλεσμα να «γκρεμιστεί» και αυτός μαζί με το γεφύρι. Την επόμενη μέρα ήρθε στα αυτιά της λυγερής αυτό το δυσάρεστο γεγονός και κατευθείαν την κυρίευσαν οι τύψεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη και δίχως την έγνοια του πρωτομάστορα, κατευθύνθηκε προς το γεφύρι και θυσιάστηκε θεωρώντας υπεύθυνο τον εαυτό της για το χαμό του αδελφού της.
Κ.Π. , Γ2




















…Μα όταν το πουλί ξεστόμισε την λύση δεν είδε την γυναίκα ενός μάστορα που ήταν εκεί μαζί τους. Και σαν έφυγε το πουλί τρέχει η γυναίκα και τα λέει όλα στην λυγερή. Εκείνη έκλαψε, στεναχωρήθηκε, μα ήταν τόσο εγωίστρια που την άλλη μέρα το πρωί πήγε να δει τη νύφη της, την αδελφή του άντρα της .
- «Καλημέρα νύφη μου ,όμορφη κυρά» , της είπε όταν έφτασε, και αμέσως μετά άρχισε να κλαίει  
-«Τι έπαθες και κλαις;»,  την ρώτησε η νύφη. Και η λυγερή της απάντησε
-«Θέλω να πάω να πάρω το φαγητό του καλού μου, του αδελφού σου στα θεμέλια του γεφυριού της Άρτας μα δεν μπορώ είμαι άρρωστη,  πονώ και κρυώνω και σκέφτηκα,  αν μπορείς εσύ να με βοηθήσεις και εγώ με την σειρά μου θα σου το ανταποδώσω ,μα να πας νωρίς το απόγευμα και να φοράς τη μαντήλα μου στο πρόσωπο, για να μην σε αναγνωρίσουν.» Εκείνη ετοιμάστηκε και πήγε στο γιοφύρι μα δεν βρήκε τον αδελφό της ,σκέφτηκε μήπως είναι στα θεμέλια ,με το που κοιτάει κάτω έρχονται από πίσω της οι μάστοροι και την σπρώχνουν στα θεμέλια, πιάνει κι πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο, χωρίς να ξέρει όμως ότι αυτή είναι η αδερφή του.
            Το βράδυ που ο πρωτομάστορας γύρισε στο σπίτι του του φαινόταν άδειο χωρίς την γυναίκα του και άρχισε να κλαίει, άδικα όμως ,αφού η πονηρή γυναίκα του έμεινε για εκείνη τη νύχτα στο υπόγειο, να μην την υποψιαστεί ο άντρας της και σκεφτόταν πώς να του αποκαλύψει ότι ζει ,χωρίς να τον πιάσει πανικός.
Την άλλη μέρα το πρωί που ο πρωτομάστορας  πήγε στο γιοφύρι το βρήκε γκρεμισμένο και είπε:  
-«Εκείνο το πουλί μας κορόιδεψε ,άδικα έχασα την μονάκριβη σύζυγό μου». Τότε όμως πλησίασε το πουλί και του είπε:  
-«Δεν ήμουν εγώ που σας κορόιδεψα,  αλλά η ίδια σου η γυναίκα, σαν έμαθε πως θα θυσιαστεί ξύπνησε ο εγωισμός της και έδωσε απλόχερα την μοίρα της στην αδελφή σου».  Κι εκείνος απογοητευμένος από την γυναίκα του και λυπημένος για την αδελφή του ρώτησε το πουλί:  
           - «Που είναι η δόλια η γυναίκα μου,  για να την  τιμωρήσω εγώ, δεν παντρεύτηκα γυναίκα μα τον ίδιο τον σατανά .Πως μπόρεσε και σκότωσε την μάνα των ανιψιών μου, την αδελφή μου που τόσο της στάθηκε και πάντα την αγαπούσε»; Και το πουλί ευθύς απάντησε:
- «Σταμάτα τώρα να κλαίγεσαι και άκου τι θα κάνεις, ώστε να τιμωρήσεις την γυναίκα σου και να πάρεις εκδίκηση για την αδελφή σου. Πάρε όλους τους άνδρες σου και φτιάξτε τα θεμέλια και σαν δύσει ο ήλιος κρυφτείτε, να μην σας δει η γυναίκα σου που θα διαβαίνει τα θεμέλια. Εσύ τότε ξεπρόβαλε και ρίξε μέγα λίθο».
            Έφυγε το πουλί και το απόγευμα πήγε να βρει την γυναίκα του.  Και σαν την ήβρε της είπε:  
- «Γεια σου χαρά σου όμορφη κυρά . Γιατί είσαι λυπημένη»; Κι εκείνη του απάντησε:
 - «Ο άντρας μου είναι ο πρωτομάστορας του γιοφυριού της Άρτας,  μα αν δε με θυσιάσει δεν πρόκειται να παραμείνει κτισμένο το γιοφύρι».  Κι εκείνο πονηρά της είπε:  
- «Μα εκείνο εκεί στέριωσε, σήμερα το είδα,  μα αν δεν το διαβεί μια γυναίκα όμορφη χωρίς να το κοιτά,  θα γκρεμιστεί  ξανά. Εσύ όμορφη κυρά, μήπως θα μπορούσες να το διαβείς; Οι μάστοροι δεν είναι εκεί,  πίνουν και γλεντάνε». Εκείνη συμφώνησε και οι δυο τους έφυγαν για το γιοφύρι. Λίγο πριν φτάσουν κάλυψε τα μάτια της με ένα μαύρο μαντήλι και το πουλί της έλεγε ποιά είναι τα βήματα της. Μόλις έφτασε στα θεμέλια βγαίνει ο πρωτομάστορας την σπρώχνει να πέσει και ρίχνει μέγα λίθο. Έτσι ότι και αν έκανε η πονηρή γυναίκα του κέρδισε η μοίρα
Δ.Π. Γ3.
«Το γιοφύρι της Άρτας..»
..Να τηνε κ’εξανάφανεν από το μονοπάτι.
Στον άντρα της πάει όλο χαρά, μ’ αυτός είναι θλιμμένος.
Στέκεται τότε η λυγερή αντίκρυ και του λέει:
«Τι έχεις άντρα μου καλέ; Γιατί είσαι θλιμμένος;»
Ο άντρας δεν απάντησε μα κοίταζε το χώμα, μα η λυγερή συνέχιζε να τον ρωτά για ώρα:
«Μη κι έχεις καημό άντρα μου για τούτο το γιοφύρι;
Μη δε στεριώνει άντρα μου; Γι’ αυτό είσαι θλιμμένος;»
«Γυναίκα δε μας στέριωσε ετούτο το γιοφύρι,
κι ούτε ποτέ του θα γενεί, αν δε σε χτίσω μέσα.»
Τ’ακούει αυτό η λυγερή κι αρχίζει να θυμώνει.
Ξάφνου,’κει που δεν κοίταζε,κάποιος την σπρώχνει μέσα.Κι όπως σηκώνει η λυγερή τα μάτια της επάνω
τον άντρα της βλέπει να κρατά έναν μεγάλο λίθο.
Θυμώνει και σηκώνεται και τον κοιτά στα μάτια..
«Αν είναι,άντρα,να χτιστώ σε τούτο το γιοφύρι,
μονάχη μου δε θα διαβώ του θάνατου την πύλη!»
Καθώς ο άντρας στέκεται τονε τραβάει μέσα.
Σαν έπεσε ο μάστορας, πέφτει κι ο μέγα λίθος.
Μες τα συντρίμμια η λυγερή, με σιγανή φωνούλα,
δίνει κατάρα τρομερή και λέει στους μαθητάδες:
«Όποιος του είπε τ’άντρα μου,’δω μέσα
να με χτίσει,να βρεί τον θάνατο νωρίς,
με πόνο να τον ζήσει!»
Καθώς σβήνει η ψυχούλα τους,χτίζεται το γιοφύρι
και στα θεμέλιά δυο ψυχές
αντάμα ταξιδεύουν..

                                                                                 Δ.Τ (Γ3)


Τα άκουσε ο πρωτομάστορας και σκεπτικός πήγε σπίτι του, στο λόφο στεναχωρημένος. Με το που ανοίγει την πόρτα βλέπει την γυναίκα του να μαγειρεύει, κάθισε στο τραπέζι με το κεφάλι κατεβασμένο, σε μια στιγμή κοίταξε έξω από το παράθυρο προς το γεφύρι και το είδε να γκρεμίζεται.

-Ααααααααααααα! Είπε, αναστενάζοντας.
-Τι έχεις άντρα μου; Ρώτησε η γυναίκα του.
-Τίποτα απλώς βλέπω κάθε νύχτα το γεφύρι να γκρεμίζεται και σκέφτομαι πως όλη η ημερησία δουλεία μας πάει στράφι!

Μετά απ' αυτήν την κουβέντα η γυναίκα του έβαλε φαγητό και καθήσανε να φάνε...
εκείνο το βράδυ ο πρωτομάστορας δεν κοιμήθηκε, γιατί προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο, έτσι ώστε να σώσει την γυναίκα του και να χτίσει και το γεφύρι, αλλά δεν βρήκε τίποτα και σκέφτηκε να κρατήσει την γυναίκα του όσο πιο πολύ μπορεί μακριά από το γεφύρι, μέχρι να σκεφτεί κάποιο σχέδιο. Το επόμενο πρωί είπε ψέματα στη γυναίκα του πως σήμερα δεν θα ήταν κανένας στο εργοτάξιο, διότι θα πήγαιναν να αγοράσουν υλικά που τους τελείωσαν και εκείνη του είπε:

-Εντάξει, αφού δεν θα είναι κανένας εκεί, θα κατεβώ το απόγευμα στην αγορά για να αγοράσω λίγο μαλλί και να σου φτιάξω ρούχα.
-Εντάξει....εγώ τώρα φεύγω, γιατί με περιμένουν να φύγουμε.

Το απόγευμα που πήγε η λυγερή στην αγορά πέρασε από το καφενείο που ήταν συγκεντρωμένοι οι άντρες του χωριού και κατά τύχη άκουσε να λέει ένας πως πέρασε από το γεφύρι και παραλίγο να χτυπήσει από ένα βράχο που έπεφτε, επειδή οι μαστόροι εκεί δεν πρόσεχαν. Εκείνη την στιγμή σκέφτηκε η λυγερή:

-Μα μου είπε ο άντρας μου πως κανένας δεν θα είναι εκεί. Λες να μου είπε ψέματα...πάω να δω!

Καθώς κατέβαινε την κατηφόρα προς το γεφύρι, είδε τον άντρα της να μιλάει με τους μαστόρους και για να μην την δει κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και τους άκουγε να λένε:

-Ελάτε παιδιά δουλέψτε, γιατί σταματήσατε; Ααα, και θέλω κάποιους να κάτσουν το βράδυ να προσέχουν το γεφύρι, έτσι ώστε, όταν πάει να πέσει να το κρατήσετε!
-Και πως θα το κάνουμε αυτό;
-Δεν με νοιάζει! Θα βρείτε τρόπο. Είσαστε έξυπνα παιδιά.
-Γιατί να κάτσουμε εμείς και όχι εσύ, εσύ όλη μέρα κάθεσαι και μας δίνεις εντολές! Και γι' αυτό το λόγο το βράδυ που πάμε σπίτι μας είμαστε κουρασμένοι και θες να και κάνουμε υπερωρίες, όχι, εγώ δεν κάνω υπερωρίες!
-Ωραιααα! Και τώρα τι θα κάνουμε με το γεφύρι, αν δεν κάνουμε τίποτα, θα το χτίζετε για πάντα, επειδή εμείς θα το χτίζουμε και το βράδυ θα γκρεμιέται.
-Υπάρχει και άλλος τρόπος. Είπε ένας μαθητής και όλοι τον κοίταξαν.
-Δεν  θέλω να ακούσω για αυτόν τον τρόπο ξανά!!!!!!!!!!!!!!!!!
-Αλήθεια υπάρχει!
-Εγώ παιδιά δεν θέλω να χτίσω την γυναίκα μου μέσα στο γεφύρι!!!!
-Μα, έτσι μας είπε το πουλί.
-Δεν με νοιάζει!!!!!Δεν θέλω!!!
-Δηλαδή θέλεις να δουλεύουμε μέρα-νύχτα γι' αυτό το γεφύρι εεεεε; Εσύ δεν θέλεις να τελειώσουμε;
-Θέλω μααα.........καλά πήρα την σκληρή απόφαση να χτίσω την γυναίκα μου στο γεφύρι.
-Ναιιιιιιι!!!! Είπαν χαρούμενοι οι μαστόροι.

Τα άκουσε αυτά η λυγερή και φοβήθηκε από το λόγια του άντρα της. Έφυγε τρέχοντας προς το σπίτι τους και πήρε την απόφαση να μην πατήσει ποτέ ξανά στο γεφύρι. Πέρασαν 2 μήνες χωρίς να εμφανιστεί η λυγερή στο γεφύρι και αγνοούσε τα παρακάλια του άνδρα της και δεν άλλαζε γνώμη. Μια μέρα ο πρωτομάστορας περπατούσε στην όχθη και ξαφνικά, γλιστράει και πέφτει μέσα στον ποταμό. Το νερό ήταν τόσο δυνατό, έτσι ώστε να τον παρασύρει, αλλά εκείνος κρατήθηκε από μια πέτρα και επειδή δεν μπορούσε να κρατηθεί για πολύ ακόμα και ήταν σίγουρος για την μοίρα του είπε:

-Φωνάξτε την γυναίκα μου, θέλω να την δω για τελευταία φορά.

Ακούγοντας αυτά η λυγερή πήγε τρέχοντας εκεί. Όταν έφτασε, ο άντρας της ήταν έτοιμος να παρασυρθεί με το που την βλέπει λέει:

-Συγγνώμη, που ήμουν έτοιμος να σε χτίσω, δεν το ήθελα με πιέσανε! Και ορίστε η τιμωρία μου, εγώ πρέπει να πεθάνω όχι εσύ! Αντίοοοοο!

Τότε ο πρωτομάστορας αφήνει την πέτρα και πνίγηκε στα ορμητικά νερά του ποταμού.

-Όχιιιιιιιι!!!! Είπε κλαίγοντας η λυγερή. Θα έρθω να σε βρω άντρα μου θα είμαστε πάλι μαζί. Μαστόροι χτίστε με, έτσι ώστε να είμαι πάλι με τον άντρα μου.

Μπαίνει στα θεμέλια, ο ένας με το σφυρί, ο άλλος με το μυστρί και ο τρίτος με το μέγα λίθο. Τότε η λυγερή βλέποντας να πέφτει πάνω της ο λίθος είδε το τελευταίο φως της ημέρας και έκλισε τα μάτια της….....ΤΕΛΟΣ.
Α.Μ, Γ2


… Το άκουσε ο πρωτομάστορας και έπεσε σε θλίψη,
τη γυναίκα του πώς να σώσει ή ο ίδιος να αυτοκτονήσει;
Πάντως λύση δεν ευρίσκανε και είπε να την πείσει στο γεφύρι να τη φέρει
και γρήγορα να την εχτίσει.
Ήρθε το απόγευμα νωρίς νωρίς πριν τη δύση.
Είπαν τα μαστόρια τη λυγερή να χτίσουν και κουβέντα να μην του πούνε.
Έτσι είπαν και έτσι εκάμανε,
ώσπου το βράδυ έφτασε και το γεφύρι είχε χτιστεί.  
Και όλοι το γιορτάζανε.
Ο πρωτομάστορας στη γυναίκα του εγύρναγε όλο καμαρωμένος
πως το γεφύρι εχτίστηκε και δεν ήταν μόνος αφημένος.
Μα, σαν ήρθε η ώρα και στο σπίτι του έφτασε,
η λυγερή του πουθενα!
Κατάλαβε τι έγινε και αυτοκτόνησε γοργά,
στη γυναίκα του να είναι κοντά
και το γεφύρι να στέκεται γερά.

Ν. Μ, Γ2